Χωριό: Λευκοπηγή Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Δυτική Μακεδονία Δήμος: Κοζάνης
Λευκοπηγή ένας επίγειος παράδεισος με έντονο το υγρό στοιχείο. Η πλούσια ιδιαίτερη ομορφιά της με τα πλατάνια, τις πολλές φυσικές πηγές το νερόμυλο και το ρέμα <<Μάνα>>. Ο Νερόμυλος της Λευκοπηγής είναι ο μοναδικός μύλος που διασώζεται από τους άλλοτε δέκα μύλους του οικισμού. Η αξιοποίηση και η επανάχρηση του κυρίως ως χώρου εκπαίδευσης, με δράσεις που θα προσελκύσουν επισκέπτες και θα αξιοποιήσουν το ανθρώπινο δυναμικό της περιοχής, θα καλύψει ένα κοινωνικό έλλειμμα – καθώς δεν υπάρχουν αντίστοιχης χρήσης χώροι στον οικισμό – και ένα αίτημα της τοπικής κοινωνίας. Το έργο φιλοδοξεί να αποκαταστήσει τον προβιομηχανικό του χαρακτήρα και παράλληλα, να αξιοποιήσει τις πολυδιάστατες δυνατότητες που προσφέρει η επαναλειτουργία του αλευρόμυλου ως παραδοσιακού αλεστικού μηχανισμού.
ΚΑΙΛΙΑΣ & ΚΑΣΤΡΙ ΛΕΥΚΟΠΗΓΗΣ Στην Λευκοπηγή στη θέση «Καϊλιάς», που βρίσκεται περίπου τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του χωριού, σώζονται υπολείμματα αρχαίου φρουρίου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε πιθανώς και στους υστερορωμαϊκούς χρόνους. Επίσης ίχνη φρουρίου έχουν βρεθεί στην θέση Καστρί. Η Λευκοπηγή είναι χωριό του δήμου Κοζάνης είναι παλαιός οικισμός όπως μαρτυρούν και ευρήματα των δύο προϊστορικών φρουρίων.
Χωριό: Λευκοπηγή Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Δυτική Μακεδονία Δήμος: Κοζάνης Διάρκεια έργου: 1995-2001
Μνημείο, βαριά πληγωμένο από το σεισμό του 1995, με εκτεταμένες καταστροφές στις περιμετρικές τοιχοποιίες του, επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Κατάσταση που ενδεχομένως θα «δικαιολογούσε» την ολική καθαίρεσή του και ανακατασκευή νέου στη θέση του.
Κτίσθηκε το 1848, σύμφωνα με τα Αρχεία της Μητροπόλεως Κοζάνης και τοιχογραφήθηκε το 1880. Είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με περιμετρικές τοιχοποιίες από λασπόκτιστη αργολιθοδομή και ξύλινες κιονοστοιχίες. Περί το 1970 έγιναν εκτεταμένες επεμβάσεις που περιλάμβαναν μερική αντικατάσταση των ξύλινων κιόνων, αντικατάσταση του πέτρινου δαπέδου με πλακίδια και αντικατάσταση του ξύλινου υπερώου με νέο από οπλισμένο σκυρόδεμα. Την ίδια εποχή θα πρέπει να προστέθηκε και η νότια στοά από οπλισμένο σκυρόδεμα και εμφανή τούβλα.
Ο ναός υπέστη σοβαρότατες βλάβες από το σεισμό. Κατέρρευσαν οι απολήξεις της βόρειας, νότιας και δυτικής τοιχοποιίας, σε όλο το μήκος εκτός από τις γωνίες, αποκολλήθηκε η κόγχη του ιερού από τον ανατολικό τοίχο και εμφανίσθηκαν εκτεταμένες ρωγμές και παραμορφώσεις στα υπόλοιπα τμήματα. Το εντυπωσιακό είναι ότι η στέγη διατηρήθηκε, χωρίς ιδιαίτερες παραμορφώσεις στη θέση της, στηριζόμενη πλέον μόνο στις εσωτερικές κιονοστοιχίες Ως πρώτη ενέργεια, λήφθηκαν άμεσα σωστικά μέτρα που περιλάμβαναν υποστύλωση της στέγης και της κόγχης του ιερού με σιδηροκατασκευή, προσεκτική συλλογή των σπαραγμάτων των τοιχογραφιών, συγκέντρωση του οικοδομικού υλικού, καθαίρεση των ετοιμόρροπων τμημάτων των τοιχοποιιών και προσωρινή στερέωση των απολήξεων των υπολοίπων.
Στο πλαίσιο των εργασιών για την αποκατάσταση του ναού, καθαιρέθηκε ο γυναικωνίτης και η νότια στοά από οπλισμένο σκυρόδεμα, ακολούθησε εξυγίανση των υφιστάμενων λιθοδομών με αρμολογήματα και εμποτισμούς και ανάκτηση όλων των τμημάτων των περιμετρικών τοιχοποιιών που είχαν καταρρεύσει. Στη συνέχεια επισκευάσθηκε η στέγη και προστέθηκαν βόρεια και νότια στοά για να καλυφθούν οι λειτουργικές ανάγκες του ναού σε χώρο. Στις νέες κατασκευές χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακοί τρόποι δόμησης και υλικά. Τέλος, ανακατασκευάσθηκε το ξύλινο υπερώο.
Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν με τη συντήρηση των τοιχογραφιών που διασώθηκαν και τη συμπλήρωση των κενών με ειδικά κονιάματα, τη συντήρηση των ξύλινων κιονοστοιχιών, την επισκευή των υφιστάμενων οροφών και τη διαμόρφωση του αύλειου χώρου του ναού.
Χωριό: Λευκοπηγή Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Δυτική Μακεδονία Δήμος: Κοζάνης
Ο αιωνόβιος πλάτανος Λευκοπηγής ανακηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο της φύσης. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με πινακίδα που υπάρχει, αναφέρεται ότι η ζωή του αιωνόβιου πλάτανου ξεκινά το 1832, ωστόσο ορισμένοι κάτοικοι θεωρούν ότι αυτή η χρονολογία γράφτηκε «κατά προσέγγιση». Άλλοι εκτιμούν ότι μετρά τουλάχιστον 300 ή και περισσότερα χρόνια ιστορίας. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι σε τουριστικό οδηγό της πάλαι ποτέ Ολυμπιακής, αναφερόταν ότι ο αιωνόβιος πλάτανος της Λευκοπηγής είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή πλάτανος των Βαλκανίων. Επίσης, να σημειωθεί πως δεν είναι διευκρινισμένο αν πρόκειται για πλάτανο αυτοφυή ή φυτεμένο.
Χωριό: Κτένι Ύψος κάστρου: 680 μέτρα Εποχή: Βυζαντινή Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Δυτική Μακεδονία Δήμος: Κοζάνης
Γεωγραφική τοποθεσία και περιγραφή Το Κτένι βρίσκεται ανατολικά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου και είναι κτισμένο στην ανατολική πλαγιά του Κάστρου. Το Κάστρο βρίσκεται πάνω σ’ έναν ψηλό και απόκρημνο λόφο, όπου σώζονται ερείπια αρχαίου οικισμού-φρουρίου με συνεχή ζωή από την προϊστορική ως τη βυζαντινή εποχή. Όπως δείχνουν τα ερείπια (τείχη, δρόμοι, θεμέλια σπιτιών, δεξαμενών, υδραγωγείων και άλλων αρχαιολογικών ευρημάτων τα οποία είναι εκτεθειμένα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής χάρη στις δωρεές των κατοίκων του χωριού όπως οι Αθ. Τσιάμης, Νικ. Τσιάμης και άλλοι δωρητές) αρκετά χρόνια πριν, ήταν μία πλούσια πόλη το Κάστρο και το κρησφύγετο της επαρχίας. Ήταν χωρισμένο για την καλύτερη άμυνα και διοίκηση σε τρία διαμερίσματα. Περιμετρικά υπήρχαν ψηλά και γερά τείχη. Επίσης υπήρχαν τρεις μεγάλες Πύλες για την είσοδο στο Κάστρο και πολλοί υπόγειοι διάδρομοι. Έξω από την πόλη βρίσκονταν οι στάνες για τα χιλιάδες αιγοπρόβατα.
Ιστορία του Κάστρου Το φθινόπωρο του 1649 οι Αλβανοί κυρίευσαν το Κάστρο. Τρεις μήνες πολεμούσαν για να το καταλάβουν. Οι εχθροί βρήκαν τις πηγές και έκοψαν την ύδρευση. Τα ζώα και οι άνθρωποι υπέφεραν από την έλλειψη νερού. Τότε ο Διοικητής της πόλης διέταξε να ετοιμαστούν όλοι και σε ανύποπτο χρόνο να εγκαταλείψουν την πόλη. Έδωσε εντολή να βγάλουν τα πέταλα από όλα τα ζώα και να τα γυρίσουν ανάποδα. Επίσης, όλοι οι άνθρωποι έβαλαν ανάποδα τα παπούτσια τους. Το βράδυ που είχε παγετό και σκοτάδι βγήκαν όλοι σιγά-σιγά έξω από ένα κρυφό μονοπάτι. Με το ξημέρωμα οι εχθροί που είδαν τα πατήματα πάνω στο χιόνι νόμισαν ότι ήρθαν ενισχύσεις – έτσι δεν πλησίασαν στα τείχη του Κάστρου για τρεις μέρες. Την τέταρτη μέρα μπήκαν στην πόλη και αφού τη λεηλάτησαν, την έκαψαν. Οι κάτοικοι που έφυγαν βρήκαν καταφύγιο στα διπλανά χωριά και φρούρια. Οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην Κοζάνη. Η Ιστορία αναφέρει ότι ο Ιωάννης Τράντας με 122 οικογένειες, πολύ πλούσιος με 12.000 γίδια, εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη στη θέση “Κρεββατάκια” στην αρχή σε σκηνές και αργότερα σε σπίτια που τα έκτισαν μόνοι τους κόβοντας ξύλα από το δάσος του Αγίου Νικολάου. Όλα αυτά γίνονται το 1649. Κατά την παράδοση υπάρχει αμύθητος θησαυρός στο Κάστρο γι αυτό κατά καιρούς διάφοροι χρυσοθήρες σκάβουν κρυφά τις νύχτες για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό.
Χωριό: Μικρόβαλτο Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Μακεδονία Δήμος:
Γεωγραφική τοποθεσία Βρίσκεται νότια της Κοζάνης και σε μικρή απόσταση από το χωριό Μικρόβαλτο.
Ιστορική αναφορά Ιδρύθηκε κατά το 16ο αιώνα σε εποχές που ο Ελληνισμός περνούσε τις πιο σκληρές και δύσκολες μέρες της μακραίωνης σκλαβιάς του με τα αλλεπάλληλα κύματα μουσουλμάνων που μεταφέρθηκαν από τα βάθη της Τουρκίας και εγκαταστάθηκαν στις εύφορες πεδιάδες της Ελλάδας απωθώντας βίαια τους γηγενής χριστιανικούς πληθυσμούς και το ίδιο έγινε και στην περιοχή των Σερβίων στην Κοζάνη.
Ιστορία της εικόνας της Παναγίας Κοντά στα Σέρβια, στη θέση “Βρύσες” υπήρχε ένας βυζαντινός ναός με την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας της Παντάνασσας που πιθανότατα ανήκε στη γυναικεία μονή των Αγίων Θεοδώρων του 12ου αιώνα, στο Κάστρου των Σερβίων. Σήμερα σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Θεοδώρων στο τοπωνύμιο “Καλογριές” που φαίνεται να προήλθε από τις μοναχές (καλόγριες) του μοναστηριού. Κατά την επικρατέστερη άποψη, σε κάποια ιστορική φάση οι Τούρκοι κατέστρεψαν το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων και το ναό με την εικόνα της Παναγίας, όμως διασώθηκε η εικόνα την οποία το 1541 άνθρωποι ευσεβείς τη μετέφεραν για ασφάλεια στο δασωμένο Ζιδάνι και την εναπόθεσαν σε κάποιο εξωκλήσι στη θέση “Συκιές” ανατολικά του χωριού. Η τοποθεσία αυτή ήταν γνωστή με την ονομασία “Παλαιομανάστηρο” που δυστυχώς καταπλακώθηκε κάτω από χιλιάδες τόνων μπάζων αμιάντου κατά τη λειτουργία του εργοστασίου. Γύρω από το ξωκλήσι αυτό αναπτύχθηκε το μοναστήρι, που στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν καλά οργανωμένο, αφού στο γνωστό κώδικα της Ζάβορδας υπάρχει εγγραφή “Μοναστήροι Ζιτάνοι” και ακολουθεί η παράθεση των ονομάτων οκτώ μοναχών. Η κτητορική επιγραφή που βρέθηκε γράφει: ΕΥΡΕΘΙ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΕΤΟΣ ΖΜΘ’ (1541 ΜΧ) ΜΕΤΑ ΕΓΕΡΘΙ Ο ΘΙΟΣ ΟΥΤΟΣ Ο ΝΑΟΣ Τ(Η)Σ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ ΔΙΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟ ΣΑΠΕΡΑ ΚΑΙ ΔΙΜΗΤΡΙΟΥ ΓΕΟΡΓΑΚΚΙ ΝΑΝΟ ΕΤΟΣ 1807 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 30 ΓΙΟΡΤΗ. Το 1755 το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας της Παναγίας είχε καλυφθεί με ασημένια επένδυση από τον τεχνίτη Θεόδωρο από τους Καλαρρύτες Ιωαννίνων. Το 1854 η μονή καταστράφηκε από τους Τούρκους, σε αντίποινα για τη συμμετοχή των μοναχών και των Ζιδανιωτών στο επαναστατικό κίνημα του Θεόδωρου Ζιάκα. Η Θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, η κτητορική επιγραφή καθώς και κάποια άλλα κειμήλια που διασώθηκαν της καταστροφής, μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στο ναό της Αγίας Τριάδος – κοντά στη σημερινή θέση της μονής, στο χωριό Ζιδάνι ενώ γύρω από το ναό της Αγίας Τριάδας κτίσθηκαν κελιά ξενώνες και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας διασώθηκε από τα αδέλφια Γεώργιο και Ευάγγελο Τζιώνα (Τζινουγιώγα και Τζινουβάγγελο) αλλά και πάλι ο ναός έπαθε μεγάλες ζημιές με τα γεγονότα του εμφυλίου, 1946 – 1949 όμως από το 1950 άρχισε και πάλι η αναστηλωτική προσπάθεια με τη συνδρομή και τη βοήθεια των πιστών που κορυφώθηκε στις μέρες της ηγουμενίας του αρχιμανδρίτη Φιλαρέτου Μπίστη (1960 – 1989). Σύμφωνα με την εξιστόρηση του ίδιου του Γεώργιου Τζιώνα στον αρχιμανδρίτη π. Νικηφόρου Μανάδη, για το πώς γλύτωσε την εικόνα: “ΙΓΩ τ’ γλίτουσα ‘μ Παναγία ἀπ’ τοὺ Ζντιὰν'” εἶπε ἐκεῖ στὴν κουβέντα μας ἡ Τζιουνουζιώγας. “Ἅμα εἴδαμι ὅτ’ οἱ Γιρμανοὶ καῖν’ τὰ χουργιὰ α κι σκουτὼν’ κόσμουν φουβήθκαμι. Ἰμεῖς ἰτότι βουσκούσαμι τοὺ βγιό μας, καμνιὰ τριακουσιαριὰ κουμμάτχια γίδια, κάτ’ στοὺ Ζντιάν’. Ἰγὼ πῆγα ἀπ’ τοὺ Μάη ἀκόμα κι πῆρα ‘ν τρανὴ ‘ν εἰκόνα τς Παναγίας. Τν ἔκρυψάμι κουντὰ στ’ Γιλαδαριὰ κα’ τὰ Βακούφκα τὰ μαντριά. Τν εἴχαμι μέσα σὶ μνιὰ πατλιὰ πουρνάργια. Ἔφκιασάμι ἕνα μκρὸ τσιαρδάκ’ κι ‘ν ἔβαλάμι ἰκεῖ. Ἄναβάμι κι τοὺ καντήλ’ μουνάχα τ’ μέρα. Τοὺ βράδ’ τὄσβυνάμι γιὰ νὰ μὴ φέγγ’ κι μᾶς πάρν’ χαμπάρ’. Ἅμα τιλείουσι ἡ πόλιμους κι ἔφυγαν οἱ Γιρμανοὶ παράδουσάμι κι ‘ν εἰκόνα…”.
Τοποθεσία: Ζάβορδα Γρεβενών Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Μακεδονία Δήμος:
Γεωγραφική τοποθεσία Βρίσκεται στο όρος Καλλίστρατο Γρεβενών στην αριστερή όχθη του Αλιάκμονα, κοντά στη Δεσκάτη και απέχει από τα Γρεβενά 45 χιλιόμετρα, περίπου 50 λεπτά. Εκεί υπήρχε το χωριό Ζάβορδα, από το οποίο έλαβε το όνομα με το οποίο είναι περισσότερο γνωστή. Κτίσθηκε το 1534 από τον όσιο Νικάνορα τον Θαυματουργό και Μέγα Ασκητή, από την Θεσσαλονίκη και πρόκειται για ένα από τα παλιότερα χρονολογημένα καθολικά της Τουρκοκρατίας εκτός Αγίου Ορούς και Μετεώρων ενώ σήμερα αποτελεί άβατο για τις γυναίκες που μπορούν να την επισκεφτούν μόνο μέχρι τους πρόποδες του λόφου, στον Ναό του αγίου Δημητρίου.
ΤΟ ΑΣΚΗΤΑΡΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΑΝΟΡA Προτού ιδρύσει το ιστορικό και περίφημο αυτό μοναστήρι της Ζάβορδας, ο οσιος Νικάνορας ασκήτευσε σε ένα ταπεινό ασκηταριό που σώζεται μέχρι και σήμερα. Το ασκηταριό αυτό βρίσκεται πλησίον της Μονής, και ο Όσιος ασκήτεψε σε αυτό με πολλούς κόπους και ατέλειωτες αγρυπνίες καθώς και νηστείες επί 16 συνεχή χρόνια.
Στο απρόσιτο και ταπεινό αυτό ασκηταριό του Οσίου Νικάνορα φυλάσσονταν κατά τους δύσκολους χρόνους τα πολύτιμα ιστορικά και σπουδαία κειμήλια της Μονής.
Στην δυτική πλευρά τού όρους Καλλίστρατου και προς το μέρος της εισόδου τού φαραγγιού, πού διαρρέεται από τον ποταμό Αλιάκμονα και που διαχωρίζει το όρος από την Βουνάσα, σε ύψος 100 περίπου μέτρων πάνω από την όχθη τού ποταμού και πάνω στους απότομους, κατακόρυφους αλλά επιβλητικούς βράχους, είναι χτισμένη η περίφημη Σκήτη του Όσιου Νικάνορα, έχοντας το ανατολικό τμήμα της μέσα στο σπήλαιο τού όρους Καλλίστρατου.
Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο αυτό σημείο γίνεται μόνο με τα πόδια από ένα σχετικά βατό μονοπάτι, κοντά στην Μονή της Ζάβορδας.
Η είσοδος στο μνημείο αυτό πραγματοποιείται με ξύλινους διαδρόμους και ικριώματα τα οποία δεν διατηρούνται και σε αρκετά καλή κατάσταση.
Η σκήτη, έχει χτιστεί στο χαμηλότερο επίπεδο ενός φυσικού κοιλώματος σε ύψος 40 μέτρων περίπου επάνω από την κοίτη του Αλιάκμονα.
Η σκήτη αυτή, προϋπήρχε του μοναστηριού που ιδρύθηκε και οργανώθηκε από τον όσιο Νικάνορα στη Ζάβορδα κατά τον 16ο αιώνα και βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από αυτό.
Η Σκήτη χωρίζεται σε τρεις χώρους: τον πάνω χώρο, τον κάτω χώρο και την κρύπτη, ενώ ο επισκέπτης εισέρχεται στον κάτω χώρο, ο οποίος είναι ένα μακρόστενο ορθογώνιο κτήριο, διατεταγμένο με προσανατολισμό από ανατολή προς δύση.
Μία μικρή σκάλα οδηγεί στον πάνω χώρο, όπου υπάρχει ένας καμαροσκέπαστος ναός διαστάσεων 2 επί 2.50 μέτρα με προεξέχουσα ημικυκλική κόγχη.
Είναι αφιερωμένος στον άγιο Γεώργιο και ανήκει στην πρώτη οικοδομική φάση, όπως και ο κάτω χώρος, που χρησίμευε για τη διαβίωση των ασκητών ενώ στη δεύτερη φάση, του 1793, ανήκει το υπόλοιπο κτίσμα που βρίσκεται δυτικά του ναΐσκου.
Τεκμηριώνεται χρονολογικά από την επιγραφή που υπάρχει στο νότιο τοίχο του νεώτερου κτίσματος, ο οποίος λόγω του πάχους του καλύπτει τμήμα της τοιχογραφίας του αρχαγγέλου Μιχαήλ που απεικονίζεται εξωτερικά του δυτικού τοίχου του ναού.
Η επιγραφή μας πληροφορεί για οικοδομικές εργασίες που ολοκληρώθηκαν τη συγκεκριμένη χρονολογία και είχαν σκοπό την επέκταση της σκήτης και ίσως και κάποιες οικοδομικές επιδιορθώσεις, στο άνω μέρος απεικονίζεται ο σταυρός και το όνομα του Χριστού ενώ στο κέντρο της επιγραφής διακρίνεται κάποιο κείμενο και στο κάτω μέρος έχουν σκαλιστεί δυο πουλιά και ένα κυπαρίσσι.
Το συμπληρωμένο κείμενο αναφέρει: «ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ 1793 Ιουνίου 17 Δια σινδρομή Ζαχαρίου ιερομονάχου κε εξόδου Χατζηζαχαρίου εκ χωριού Πιλωρί κε λιποί πατέρες κε ο τέκτον Αθανάσις εκ Μπλάτσι».
Ο ναΐσκος του αγίου Γεωργίου είναι διακοσμημένος με σπουδαίες και αξιόλογες τοιχογραφίες στο εσωτερικό του αλλά και στον εξωτερικό δυτικό τοίχο.
Μάλιστα σώζονται δύο στρώματα ζωγραφικής: λείψανα του παλαιότερου εντοπίζονται στο δυτικό άκρο του νότιου τοίχου του ναίσκου, όπου σώζεται το κάτω τμήμα του σώματος δύο μορφών αλλά και η κτητορική επιγραφή ανάμεσά τους καθώς όμως και στο βορειοδυτικό τμήμα του δυτικού τοίχου του ναίσκου, όπου απεικονίζονται οι Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Αγιος Ονούφριος.
Οι τοιχογραφίες του πρώτου στρώματος πρέπει να τοποθετηθούν στις αρχές του 15ου αιώνα, σύμφωνα με τη συμπλήρωση του γράμματος της κτητορικής επιγραφής ενώ στο δεύτερο νεώτερο στρώμα ανήκουν οι υπόλοιπες τοιχογραφίες του ναού και οι σκηνές χωρίζονται μεταξύ τους με ερυθρά πλαίσια.
Ο ζωγράφος αναζητεί τα πρότυπά του σε χειρόγραφα και φορητές εικόνες της βυζαντινής περιόδου, όσο η γνώση και η κουλτούρα του το επιτρέπουν.
Είναι ένας επαρχιακός καλλιτέχνης, εκφραστής του αντικλασικού ρεύματος, με περιορισμένη παιδεία, αφού οι επιγραφές του είναι ανορθόγραφες και που προσπαθεί να συνδυάσει ποικίλα στοιχεία, ώστε να πετύχει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
Κατά το 1534 ο Οσιος Νικάνορας «έκτισε την σεβάσμιο Μονή με πύργους στερεούς» για να υμνεί και να δοξάζεται το όνομα της Αγίας Τριάδος και ταυτοχρόνως να προστατεύεται από τους ληστές και τους κακοποιούς της εποχής εκείνης.
Ο Όσιος Νικάνορας, υπήρξε μία μεγάλη και σημαντική αγία μορφή, όλων εκείνων των χρόνων.
Ωφέλησε, δίδαξε και παρηγόρησε τόσο με το Άγιο παράδειγμα του όσο και με την προσευχή του αλλά και την δύναμη της πίστεως του τους σκλαβωμένους Έλληνες της περιοχής του αλλά και της εποχής του γενικότερα.
Στο κέντρο του περιβόλου της Μονής υψώνεται ο ναός του Σωτήρος Χριστού, είναι ένας ναός αθωνικού τύπου και κατάγραφος με τοιχογραφίες, που αποδίδονται στον περίφημο ζωγράφο Φράγκο Κατελάνο.
Τρεις σκηνές μάλιστα στην τοιχογράφηση (Ανάσταση Λαζάρου, Είσοδος στα Ιεροσόλυμα, Σταύρωση) έχουν ομοιότητες με τις αντίστοιχες της Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων.
Οι διάκοσμοι ολοκληρώθηκαν το 1547, ενώ η ζωγραφική του τρούλου είναι μεταγενέστερη, το 1869 από το ζωγράφο Μανουήλ και το εσωτερικό του είναι κατάγραφο από αγιογραφίες των ετών 1869 και 1889, με τις αγιογραφίες αυτές να έχουν επικαλύψει τις παλιότερες.
Η επιζωγράφιση του τρούλου στο Καθολικό της Μονής βεβαιώνεται και από δύο διαφορετικές κτητορικές επιγραφές, μια του 1592 και μια του 1869 από τον Μανουήλ Ζωγράφο καταγόμενο εκ Σελίτζης. Στο δυτικό τοίχο του Καθολικού σώζεται και μία άλλη επιγραφή, η οποία μας αναφέρει και ακόμη μία άλλη επιζωγράφιση, του 1889 αυτή την φορά, από το ζωγράφο Κωνσταντίνο Χατζηνότα καταγόμενο εκ Ναούσης. Ο εξωνάρθηκας του καθολικού της Μονής, ιστορήθηκε κατά το 1835 και περιλαμβάνει την παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, διάφορους αγίους καθώς επίσης και σκηνές από το βίο αλλά και τα θαύματα του Οσίου Νικάνορα.
Τα αναλόγια και τα προσκυνητάρια έχουν διακόσμηση από «σιντέφι» και στο νάρθηκα οι τοιχογραφίες που είναι φιλοτεχνημένες το 1835 παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ιστορικής άποψης, αφού σε αυτές ιστορούνται ο βίος και τα θαύματα του Οσίου Νικάνορα.
Στον Ιερό Ναό φυλάσσονται:
Η εικόνα Του Σωτήρος Χριστού η οποία φέρει αργυρά επένδυση και που την εικόνα αυτή ανακάλυψε ο Άγιος Νικάνωρ κατόπιν οράματος και έπειτα έχτισε το μοναστήρι του καθώς βέβαια και Ιερά Λείψανα του Αγίου Νικάνορα τοποθετημένα σε αργυρές θήκες οι οποίες φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις Αγίων ενώ η Τιμία κάρα του Αγίου Νικάνορα φυλάσσεται σε θήκη που διακοσμείται με ανάγλυφες παρατάσεις Αγίων, δικέφαλου αετού και με πολύτιμους λίθους.
Επίσης στην Μονή φυλάσσονται ιερά λέιψανα των Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Αγίου Γεδεών του Καρακαλινού, Αγίου Κύρικου και Ιουλίτης, Αποστόλου Ανδρέα, Βαρνάβα και Βαρθολομαίου, Του Αγίου Γεωργίου εξ Ιωαννίνων, Του Αγίου Δημητρίου του Μεγαλομάρτυρος και Του Αγίου Δημητρίου εξ Σαμαρίνης.
Αριστερά και δεξιά του Ιερού είναι δύο μικρά παρεκκλήσια του Αγίου Αθανασίου στο βόρειο τμήμα με τοιχογραφίες του 18ου αιώνα και του Τιμίου Προδρόμου στο νότιο μέρος.
Εμπρός στην ωραία πύλη του παρεκκλησίου του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται απλός και απέριττος ο τάφος του Αγίου Νικάνορα, στο νότιο άκρο του νάρθηκα υπάρχει το καμπαναριό, ύψος 20 μέτρων, το οποίο ανεγέρθη κατά το έτος 1873 ενώ γύρω από το ναό ο χώρος περικλείεται από το ηγουμενείο, τα κελιά των μοναχών, την τράπεζα, το μαγειρείο, τους φούρνους, τους ξενώνες, τους στάβλους, τις κρύπτες κ.α.
Χωριό: Χρώμιο Γνωστό ως: Μονή Ιλαρίων ή Λαριού Χώρα: Ελλάδα Περιφέρεια: Δυτική Μακεδονία Δήμος: Κοζάνης
Γεωγραφική τοποθεσία Bρίσκεται περίπου 40 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Κοζάνης και 15 περίπου χιλιόμετρα από την Αιανή, στην αριστερή όχθη του Αλιάκμονα. Ανάμεσα στα βουνά και τους λόφους σχηματίζεται μια κοιλάδα, την οποία διασχίζει ο ποταμός Αλιάκμονας, και που με μεγαλοπρέπεια ξεπροβάλλει ανάμεσα από ένα άγριο φαράγγι νοτιοδυτικά της Μονής.
Η προφορική παράδοση όμως λέει ότι το Μοναστήρι της Λαριούς χτίστηκε τον 11ο αιώνα και ο ιστορικός Σιγάλας αναφέρει ότι φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη της Κοζάνης ένα φιρμάνι του 1861, που επιτρέπει τροποποιητικές εργασίες στο Καθολικό της Ιεράς Μονής.
Το φράγμα της ΔΕΗ στην περιοχή και η τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε πήρε το ονομά της από την Μονή Ιλαρίωνος, το έργο αυτό όμως, δυστυχώς κατέστρεψε ένα σημαντικό τμήμα του φυσικού περιβάλλοντος της Μονής προς χάριν των οφελών του μετακινώντας ακόμη και το Καθολικό της Μονής.
Ο μοναχός Ιλαρίων Μοναδικός μοναχός και Ηγούμενος της Μονής εδώ και 60 χρόνια περίπου είναι ο υπέργηρος σήμερα Αρχιμανδρίτης Ιλαρίων Καραγιάννης, ένας άνθρωπος με μικρό ανάστημα αλλά απίστευτη δύναμη Πίστης και μιλώντας μαζί του διακρίνεται η ταπεινότητά του.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής αποτελεί σήμερα ένα σύγχρονο ερευνητικό ίδρυμα πανελλήνιας σημασίας και εμβέλειας. Το κτηριακό συγκρότημα έχει συνολική έκταση 4.500 τ.μ. με τον εκθεσιακό χώρο (1000 τ.μ. περίπου) στον πρώτο όροφο και το ισόγειο, που περιλαμβάνει αποθήκες κατάλληλα διαμορφωμένες ως προς την ασφάλεια και αντιμετώπιση φθοράς από κλιματικές συνθήκες, εργαστήρια πληρέστατα οργανωμένα και εξοπλισμένα, γραφεία, βιβλιοθήκη, σχεδιαστήριο, αποθήκη εργαλείων-ξυλουργείο, ξενώνα και Αίθουσα Εκδηλώσεων, εξοπλισμένη με τα πλέον σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα, στην οποία, εκτός των άλλων, λειτουργούν τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα της Αιανής που είχαν αρχίσει από το 1988 οργανωμένα πλέον σε 15 θεματικές ενότητες.
Η έκθεση των σημαντικότατων αρχαιολογικών ευρημάτων της αρχαίας Αιανής, αποτελεί την κύρια αφορμή για την ιστορική μελέτη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε και ήκμασε στα βόρεια σύνορά του. Για αυτό το λόγο η έκθεση του Μουσείου έχει κυρίως εκπαιδευτικό χαρακτήρα, χωρίς αυτό φυσικά να της στερεί την επιστημονική της αξία. Η έκθεση περιλαμβάνει σε έξι αίθουσες ευρήματα από την Αιανή, ενώ η 7η προορίζεται για προσωρινές εκθέσεις.
Στην Αίθουσα Α ο επισκέπτης ενημερώνεται για την ιστορική ταυτότητα της Άνω Μακεδονίας,της Ελίμειας και της Αιανής.Ακολουθούν τα ευρήματα από τις ανασκαφές των νεολιθικών οικισμών της Αιανής και αυτών της Εποχής του Χαλκού.Εκτίθενται αντιπροσωπευτικά αγγεία από τη μεγάλη συλλογή των αμαυρόχρωμων και μυκηναϊκών αγγείων της Αιανής,καθώς και οι δυο ταφές του ίδιου νεκροταφείου με έντονα μυκηναϊκό χαρακτήρα.Την Ύστερη εποχή του Χαλκού διαδέχεται η Εποχή του Σιδήρου με τη χαρακτηριστική κεραμεική και κυρίως με τα περίτεχνα κοσμήματα,γνωστά ως <<μακεδονικά χαλκά>>.
Στην Αίθουσα Β εκτίθενται τα ευρήματα των ιστορικών χρόνων από την αρχαία πόλη της Αιανής.Τον επισκέπτη υποδέχεται το μαρμάρινο άγαλμα της Νίκης,ακρωτήριο κτηρίου της πόλης,ακολουθεί μετά το χάλκινο αγαλμάτιο της πεπλοφόρου από το τοπικό εργαστήριο.Στις επόμενες προθήκες ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει χρονολογικά την εξέλιξη της πόλης μέσα από την κεραμεική της,από τα αρχαϊκά έως και τα ελληνιστικά χρόνια.Ενημερώνεται για τις συνήθειες των κατοίκων της,τις καθημερινές βιοποριστικές και οικιακές ασχολίες,τις εμπορικές ανταλλαγές,και τέλος θαυμάζει το μεγάλο αριθμό αγγείων που προήλθαν από τον πυθμένα της μεγάλης Δεξαμενής,όπου είχαν πέσει κατά την προσπάθεια των κατοίκων να αντλήσουν το πολύτιμο και αναγκαίο για τις καθημερινές ανάγκες νερό.
Στην Αίθουσα Γ εκτίθενται ευρήματα που σχετίζονται με τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο κατά θεματικές ενότητες,όπως η κατοικία-γίνεται αναπαράσταση δωματίου από το Σπίτι με Σκάλες που αποκαλύφθηκε στην αρχαία Αιανή των ελληνιστικών χρόνων-η ενδυμασία και η υφαντική,οκαλλωπισμός,οι λατρείες,ο οπλισμός,τα νομίσματα,ο αθλητισμός,ενώ προς το πέρας της μεγάλης αυτής αίθουσας εκίθενται τα μοναδικά όστεινα περίτμητα πλακίδια του τάφου Ι και άλλα οστέινα και ελεφαντοστέινα αντικείμενα και τα πήλινα ειδώλια ανθρώπινων μορφών,που μας εισαγάγουν στην Αίθουσα Δ,όπου εκτίθενται τα χρυσά και αργυρά κοσμήματα,και τα υπόλοιπα ευρήματα από την νεκρόπολη των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων.
Στην Αίθουσα Ε εκτίθενται έργα πλαστικής με αγάλματα,στήλες και αρχιτεκτονικά μέλη και στην Αίθουσα ΣΤ αντικείμενα του 4ου αι. π.χ., από τα νεκροταφεία των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.
Σε απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων δυτικά της Αιανής υπάρχει μία ειδυλλιακή τοποθεσία.Στον χώρο αυτόν και επάνω σε ένα μικρό βραχώδη λοφίσκο είναι χτισμένος ο ναος του Αγίου Δημητρίου.
Ο Άγιος Δημήτριος είναι ρυθμού βασιλικής έχει σχήμα τετράγωνο με διαστάσεις 6,75Χ6,30μ.,χωρίς την αψίδα.Η στέγη του είναι ξύλινη σαμαρωτή.Στο εσωτερικό του ο ναός χωρίζεται με δύο τοίχους σε τρία κλίτη.Το μεσαίο κλίτος είναι το υψηλότερο και μεγαλύτερο με πλάτος 3,10μ.Τα άλλα δύο στα άκρα έχουν πλάτος 1,75μ.το καθένα και επικοινωνούν με το μεσαίο με δύο ασύμμετρα τοξωτά ανοίγματα.Νάρθηκα δεν έχει ο ναός,αν και φαίνεται,ότι παλαιότερα στην δυτική πλευρά,όπου είναι η κύρια είσοδος,υπήρχε προέκταση του κτηρίου μεταγενέστερα του αρχικού κτίσματος.
Από τους εξωτερικούς τοίχους του ναού διατηρούνται στην αρχική τους μορφή μόνο ο ανατολικός και ο δυτικός.Ο βόρειος και ο νότιος επανακτίσθηκαν μετά από προηγούμενη κατάρευση,λόγω της πολυκαιρίας και των βροχών.
Στον διαχωρισμό των κλιτών,έχει ομοιότητα με την βασιλική των Αγίων Αναργύρων και σε ένα μέρος με τον Άγιο Στέφανο της Καστοριάς.Στο ανατολικό μέρος μοιάζει με την βασιλική των Σερβίων και του Γαρδικίου.Δεν διαφέρει από τις όμοιες βυζαντινές βασιλικές της Ελλάδος και ακολουθεί την γνωστή διάταξη των χώρων.Έχει πέντε δίλοβα παράθυρα,που βρίσκονται στα αετώματα της ανατολικής πλευράς,επάνω από την αψίδα του Ιερού Βήματος και στον βόρειο και νότιο τοίχο.
Στο εξωτερικό της κεντρικό κλίτος είναι διακοσμημένο με τοιχογραφίες παραστάσεων από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και διαφόρων Αγίων.Αξίζει να σημειωθεί οτι οι τοιχογραφίες αυτές έχουν γίνει σε δύο διαφορετικές εποχές.
Οι παλαιότερες τοιχοφραφίες,οι οποίες αποκαλύφθηκαν επειδή έπεσε το δεύτερο στρώμα που τις είχε καλύψει,έγιναν στα τέλη του 11ου αιώνα,την εποχή δηλαδη της ανεγέρσεως του ναού.Το δεύτερο στρώμα των τοιχογραφιών χρονολογικά ανήκει στα τέλη του 15ου αιώνα.
Το τέμπλο του ναού,δεν έχει καμία καλλιτεχνική αξία,οι φορητές εικόνες που υπήρχαν όμως σε αυτό ήταν αρκετά σπουδαίες,τις οποίες τις μετέφεραν παλίοτερα οι επίτροποι για να τις προφυλάξουν από τα αρπάκτικά χέρια αρχαιοκάπηλων,στην εκκλησία της Παναγίας.Μία από αυτές,μεταφέρθηκε το χρονολογικό έτος 1960 στην Κοζάνη και κοσμεί σήμερα την Συλλογή Βυζαντινών Εικόνων της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης.
Στο κέντρο του χωριού και στο ανατολικό άκρο της πλατείας βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, γνωστός σήμερα ως “Παναγία της Αιανής”.
Ο ναός της Παναγίας είναι καθαρώς βυζαντινής τέχνης.Επισκευάσθηκε κατά καιρούς αλλά διατήρησε την αρχική του μορφή και δεν παρουσιάζει σημαντικές αλλοιώσεις.
Όλο το κτήριο έχει σχήμα ορθογώνιο,χωρίζεται σε κυρίως ναό,νάρθηκα και εξωνάρθηκα και καλύπτεται από αμφίκλινη στέγη.
Το σύνολο του κτίσματος διακρίνεται για την απλότητα του.Κύριες και μοναδικές διακοσμήσεις των μεγάλων εξωτερικών επιφανειών των τοίχων είναι τα μεγάλα αψιδώματα,τα οποία καταλαμβάνουν όλο το πλάτος των τοίχων(βόρειου,νότιου και δυτικού)και περιβάλλουν τα τρίλοβα παράθυρα του νότιου και βόρειου τοίχου.
Οι τοίχοι είναι χτισμένοι κατά το ισοδομικό σύστημα δομής,με ορθογώνιους πώρινους λίθους που χωρίζονται σε ζώνες μεταξύ τους από μία ή περισσότερες σειρές μεγάλων ή μικρών πλινθών κατά το βυζαντινό σύστημα.Οι βόρειος και νότιος τοίχοι στο ανατολικό τους μέρος απολήγουν από παχείς πεσσούς και στη συνέχεια προεκτείνονται μέχρι την πεταλοειδή κεντρική κόγχη του Αγίου Βήματος,όπου σχηματίζουν ο καθένας από μία μικρή ημικυκλική κόγχη.
Η μεγάλη κόγχη του Ιερού Βήματος έχει μορφή οξυκόρυφου τόξου στο μέσο του οποίου υπάρχει μονόλοβο παράθυρο,κλειστό σήμερα.
Τα τρίλοβα παράθυρα του νότιου τοίχου στηρίζονται με κιονόκρανα και επιθήματα.Σήμερα είναι κλεισμένα με τοίχο και μόλις που διακρίνονται.Το κλείσιμο τους έγινε παλαιότερα για να στηριχθεί ο ναός.
Στο βόρειο τοίχο αντί του τρίλοβου παράθυρου υπάρχει θύρα πλάτους 1,10μ.,κλεισμένη σήμερα με τοίχο.Παράπλευρα της θύρας αυτής ανοίγεται τόξο πλάτους 2,10μ. και πραγματικό ύψος 1,95μ.Το αψίδωμα αυτό φαίνεται,ότι ήταν συνέχεια τοξωτού και καμαρωτού κτίσματος,το οποίο χρησίμευε ως αρκοσόλιο τάφου του κτήτορα ή κάποιου άλλου σημαντικού προσώπου.Στην ανατολική γωνία του βορείου τοίχου υπάρχει παλαιά δεξαμενή.
Το εσωτερικό του ναού καλύπτεται από τοιχογραφίες του Σαμαριναίου ζωγράφου Δημήτριου Αδάμου πιτένη,που έγιναν το έτος 1877 επί των παλαιότερων της βυζαντινής εποχής.Εντύπωση προκαλεί στο εσωτερικό του ναού,η ύπαρξη τρίβηλου για την επικοινωνία του νάρθηκα με τον κυρίως ναό.Το τρίβηλο είναι σπανιώτατο στην βυζαντινή ναοδομία και αποτελεί επιβίωση της τέχνης των παλαιοχριστιανικών βασιλικών.
Χρονολογία ανεγέρσεως του ναού δεν υπάρχει,αλλά από τα στοιχεία δομής του κτηρίου,την απλότητα του,τα μεγάλα αψιδώματα των τοίχων,τα τρίλοβα παράθυρα,την κόγχη,το γλυπτικό διάκοσμο των κιονόκρανων και γενικώς από όλα τα αρχιτεκτονικά,μορφολογικά και διακοσμητικά στοιχεία,τα οποία συγκρίνονται με άλλους ναούς χρονολογημένους,βγαίνει το συμπέρασμα οτι ο ναός της Παναγίας χτίστηκε κατά την εποχή δηλαδή των Κομνηνών.
Ο ναός της Παναγίας ήταν μοναστηριακός και αυτό το επιβεβαιώνουν η ύπαρξη του νάρθηκα,της κινστέρνης,του παλιού περίβολου και των κελλιών που βρίσκονται στο εσωτερικό του,καθώς και οι τάφοι δύο μοναχών που ήταν έξω από το Ιερό Βήμα.Το πότε έπαψε όμως να είναι μοναστήρι είναι άγνωστο.